Αγαλιάς (ο)
αγαθός, ξύκης
Αγκαθάκι
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Αγριάντιδο
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Αγριομάρουλο
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Aδελφομοίρι (το)
το μερίδιο του αδελφού
Aδιαφόρετο
το μη ενδιαφέρον (βλ. και σχόλια για πρόσθετη σημασία) · το μη ενδιαφέρον
Αδιαφόρετος
Συμπληρωματική σημασία: Ο άχρηστος, εκνευριστικός, «ωχ πια κι αυτός»
Aθεώρατα
πολύ μεγάλα
Aκαμάτεμα
ώρα ανάπαυσης
Aκριβοτζατζάνα
η τσιγκούνα
Αλικούντηση
Παιδικό τέχνασμα/έκφραση για να απασχολήσουν/ξεφορτωθούν τα παιδιά για λίγο (π.χ. «πήγαινε στη θεία να σου δώσει λίγη αλικούντηση») · (απασχόληση για να απομακρυνθεί ένα παιδί για λίγο)
Αλισβερίσι
εμπορική συναλλαγή
Aλίστον
αλοίμονό του
Aμπουρκούνα
το πρώιμο σύκο
Αναγκασμά σε
Έκφραση: Ανάγκη σου / καταναγκασμός · —
Ανακουρκούδα
Βαθύ ανασκελό κάθισμα (στα γόνατα / στα δοκάρια) · βαθύ ανασκελό κάθισμα
Aναμικιώρης
εκείνος που δεν μπορεί να αγαπήσει ή να αγαπηθεί (ή πεισματάρης) · Συμπληρωματική σημασία: Ο πεισματάρης (κυρίως από άτομα μικρασιατικής καταγωγής) · εκείνος που δεν μπορεί να αγαπήσει ή να αγαπηθεί (;)
Aνασακκίζω
σηκώνω το σακί και το σείω για να χωρέσει περισσότερο
Aνάφραντα
αδέξια
Ανεσούρδου μου
Ανάμεσα / ενδιάμεσα · ανάμεσα
Aνεφέλετος
αυτός που δεν κάνει τίποτε
Aνημπόρεια
αδιαθεσία
Ανταγιάντιστος
Αντέχω, υπομένω / Ανυπόφορος, αυτός που δεν αντέχεται · αυτός που δεν αντέχεται
Αξαμόνω
σημαδεύω (χρησιμοποιείται και στην Κύπρο)
Aξαμώνω
σημαδεύω
Aξανάστροφη
ανάποδη
Aξελέστατος
ασουλούπωτος, κρεμανταλάς
Άξυνος και ξερός
να γίνεις ξύλο και ξερό (έκφραση/κατάρα) · να γίνεις ξύλο και ξερό
Aπλάκωτος
ανόητος, μικρόμυαλος
Aπογεύομαι
δοκιμάζω το φαγητό
Aποκοντριασμένος
ιδιότροπος, μίζερος
Aποκορδίζομαι
τεντώνομαι
Αρμπέτα
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Aροδάφνη
η πικροδάφνη
Αρτάνα
Παρτέρι λουλουδιών · παρτέρι
Aσγαβάδα
η σβούρα, παιχνίδι των παιδιών
Αστρακιά
Η ταράτσα στη στέγη του σπιτιού · η ταράτσα στη στέγη του σπιτιού
Aτσαλεύγω
πασχάζω, δεν κάνω δίαιτα
Αχαμνά
Η περιοχή των γεννητικών οργάνων · περιοχή γεννητικών οργάνων
Βαβουλάκια
Μπουμπούκια / το μικρό μπουμπούκι σύκου · μπουμπούκια
Bερβελιά
κοπριά προβάτων και κατσικιών
Bολοδέρνομαι
κοπιάζω, ταλαιπωρούμαι
Bότσος
φυσικός λάκκος
Βούρδουλας
Το ξύλο / η βέργα ξυλοδαρμού · το ξύλο
Βρούβα
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Bρουλίζομαι
φωνάζω, ουρλιάζω
Γαλατσίδα
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Γάλλος
Η γαλοπούλα · γαλοπούλα
Γάρμπος
εφαρμογή, καλή γραμμή
Γιαβουκλού
ερωμένη
Γιάλλα γιάλλα
μόλις
Γιάτρισσα
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Γιόμελα
τα δίδυμα
Γιούκας
Ο γιος ή ο αγαθός άνθρωπος · ο γιος ή ο αγαθός
Γλυντζιάζω
πιάνω βρωμιά
Γόζομαι
κραυγάζω, κλαίω
Δεκατιά
Μούτζα και με τα δύο χέρια ταυτόχρονα · μούτζα και με τα δύο χέρια
Διάνος
Η γαλοπούλα · γαλοπούλα
Διπλαρρωστώ
ξαναρρωστώ
Δόνταγρα
Η τανάλια · η τανάλια
Δρόγγεμα
πάχνη
Δρομωνίζω
κοσκινίζω το σιτάρι
Δρύμματα
οι έξι πρώτες μέρες του Αυγούστου
Eβαβουλίσθη
τον έδειραν
Έγερμα
θόλος και αψίδα
Eδά
εδώ
Eίντα
τι είναι / τι; · τι είναι
Eκωλοκόπηκα
πονώ την πλάτη μου
Eλουλουμάρισε
έγινε γρήγορα καλά
Eμυγιάσθη
εφρένιασε το ζώο
Eννογώ
καταλαβαίνω
Εξύκις
(χρησιμοποιείται και στην Κύπρο)
Eρώγιασα
επόνεσα
Zάπτιν
εξουσία
Zαρταλούδια
βερίκοκκα
Ζευζεύκης
ανόητος, πολυλογάς
Ζωχός
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Hγού
θαυμαστικό επιφώνημα
Hλιάστρα
τόπος που απλώνουν τα σύκα
Θαρρώ
Νομίζω, πιστεύω · νομίζω
Θαύγω
θάπτω
Θέριστρο
δρεπάνι
Ίντα
τι είναι / τι; · τί;
Kακαβρακάτος
αυθάδης, καυγατζής
Kακοθωρώ
κατατρέχω κάποιον
Kαλικατσού
ψαροπούλι
Κάντερα
συρτάρι
Καντούνι
Πεζούλι / γωνία δρόμου · πεζούλι
Κάντρο
—
Kαρβουνοσιά
σωρός αναμμένα κάρβουνα
Kαρπισερά
τα καλά, τα γόνιμα χωράφια
Kαταπάτουνος
ξυπόλητος
Kάτης
ο γάτος
Κατσιμάμουνας
Έντομο που προσβάλλει τα κουκιά · έντομο που προσβάλλει τα κουκιά
Κατσιποδιασμένος
Αδύνατος, ταλαίπωρος, κακοπαθημένος · αδύνατος, ταλαίπωρος
Κατωφούρνι
Το κάτω μέρος του παραδοσιακού φούρνου όπου φύλαγαν τα ξύλα · το κάτω μέρος του φούρνου που φύλαγαν τα ξύλα
Kεσάτια
αναδουλειά
Kοκκολόγι
είδος μαστίχας
Κολίκι
Μικρό κουλούρι ή γλυκό · γλυκό (κέρασμα)
Kονταρούδια
μικρά σύκα
Κοντοφάρδουλο
Πράγμα ή άνθρωπος κοντός και φαρδύς · —
Kοντοφρυό
το κοντό παιδί
Kόντρα
λέρα
Κουντουρούδια
Παραδοσιακό γλυκό παλιάς εποχής · γλυκό παλιάς εποχής
Kουντρουβάλα
τούμπα
Kουρμάδα
σταφιδιασμένος καρπός ελιάς
Kουρουπώνω
ξεσταίνομαι το χειμώνα
Kούτσα
κούκλα
Κουτσουνάδα
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Kουφογονατιάζω
νιώθω αδύνατος, δεν μπορώ να βαδίσω
Kραΐ
πρωϊνή ομίχλη
Kρεατσοδάγκαμα
πόνος της ράχης
Κρεατσούνι (το)
Το κοτσάνι του καρπού · το κοτσάνι
Kρεμεντίνα
το ρετσίνι της τσικουδιάς (δέντρο)
Kρήταμο
αγριόχορτο της παραλίας, εύχυμος μεζές
Kωλοκούμπι
το σκαμνί
Λαγόψωμο
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · βρώσιμο χόρτο
Λακκίζω
σκάβω λάκκους
Λαλαδάκια
Οι ανεμώνες · Ανεμώνες
Λαλάδες
Οι τουλίπες (άγριες τουλίπες της Χίου) · Τουλίπες
Λαλώ
φεύγω, τρέχω
Λάπατο
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Λατέρα
φέρετρο
Λαψανίδα
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Λιγιά
βέργα
Λιλάδι
μικρή στρογγυλή πέτρα
Λιλιγκιά
η κίτρινη μικρή σφίγγα
Λιλιρίζει
Τσουρουφλίζει η ζέστη, ο δυνατός ήλιος · τσουρουφλίζει η ζέστη, ο ήλιος
Λιόβγαρμα
η ανατολή
Λιόδακρο
Το δάκρυ της ελιάς, κόμμι του ελαιόδεντρου που χρησιμοποιείται σαν θυμίαμα · δάκρυ της ελιάς, κόμι του ελαιόδεντρου που το χρησιμοποιούν σαν θυμίαμα
Λωλαγγρίζω
ερεθίζω, παροτρύνω
Λωλοπαντιέρα
ανόητη
Μαζούλι
Η συγκομιδή, η σοδειά της χρονιάς
Μαμουντάγια
Μειωτικός χαρακτηρισμός για κακιά ή έκφυλη γριά · η γριά πουτ...να
Μανιζέβελο
Εύχρηστο, ευέλικτο, βολικό αντικείμενο · —
Μαξούλι
Η συγκομιδή, η σοδειά της χρονιάς · συγκομιδή (;)
Mασιδάκι
τσιμπιδάκι για τα μαλλιά
Μαστραπάς
Μεταλλικό κύπελλο νερού που έπιναν όλοι στην οικογένεια · μεταλλικό κύπελλο που πίνει νερό όλη η οικογένεια από το ίδιο
Mεταπιάνω
βοηθώ
Mιγάδι
σιτάρι, ανακατεμένο με κριθάρι
Mονόβολος
αυτός που έχει ένα μόνο αρχίδι
Mουτσουναριά
αποκριάτικη μεταμφίεση
Μπατανία
Η κουβέρτα · κουβέρτα
Mπεγότο
μικρό ψαράκι, το γόνος
Mπόρκα
ανδρικό σχέδιο κτενίσματος
Μπορντόζα
Τοπική λέξη / ιδίωμα · —
Μπουρού
Το ποτιστήρι (εκτός από το μεγάλο κοχύλι) · (και) το ποτιστήρι
Μπροστέλα
Η ποδιά μαγειρέματος/εργασίας για να μη λερώνονται τα ρούχα · η ποδιά για να μη λερώνονται τα ρούχα
Nεμπότης
μεγάλη κανάτα
Nεραμπουλιά
η κορομηλιά
Νταγιαντώ
Αντέχω, υπομένω / Ανυπόφορος, αυτός που δεν αντέχεται · αντέχω, υπομένω
Νταραβέρι
εμπορική δοσοληψία
Ντιβάνι
Το μικρό κρεβάτι στη γωνία του δωματίου · μικρό κρεβάτι σε μια γωνιά του δωματίου
Nυφικάτο
το νυμφικό φόρεμα
Ξαγοράρης
εξομολογητής, πνευματικός
Ξαναδεύτε
επανάλαβε
Ξαναμπίρντα
πάλι από την αρχή
Ξεβγοδώνω
σπαταλώ
Ξεθερμίζω
πλένω τα οικιακά σκεύη στο νεροχύτη · Πλένω τα πιάτα/σκεύη / το σφουγγαράκι των πιάτων
Ξεθερμίστρα
Πλένω τα πιάτα/σκεύη / το σφουγγαράκι των πιάτων · σφουγγαράκι για τα πιάτα
Ξεθερμώ
Πλένω τα πιάτα/σκεύη / το σφουγγαράκι των πιάτων · πλένω τα πιάτα
Ξεκουκουρώνω
κρυώνω πολύ, ξυλιάζω
Ξεμερδώ
αποσπώ χέρι-πόδι ή φονεύω μικρό ζώο ή πουλί · αποσπώ χέρι-πόδ ή φονεύω μικρό ζώο ή πουλί
Ξεμματίζω
βγάζω το μαύρο κάλυμμα από τα κουκιά
Ξετρουλόνω
γεμίζω κάτι μέχρι πάνω
Ξετσούμπι
θέση εκτεθειμένη στον άνεμο
Ξύκης, ξύκικο
αγαθός, λιποβαρής
Oτρά
κομμάτι κλωστής
Oύργιος
αγαθός, ανόητος
Oυριαμπές
κουτός
Όχονους
διαμιάς, αμέσως
Παγκέτα
σκαμνί
Πακκιάρομαι
ανακατεύομαι
Παλαμιά
Χτύπημα με την παλάμη, χαστούκι
Πάπαλα, δεν έχω
δεν υπάρχει τίποτα
Παραντουρώ
παραπατώ μεθυσμένα
Παρπέλα
βλεφαρίδα
Πατσιά
Χτύπημα με την παλάμη, χαστούκι
Πατσιά ή παλαμιά
χτύπημα με την παλάμη
Περάντης
σύρτης της πόρτας
Πεσκίρι
Υφασμάτινη πετσέτα · πετσέτα
Πητυά
μαγιά από γάλα κατσίκας
Πίζουλος
παράξενος, ιδιότροπος
Πίκουπα
ανάποδα τοποθετημένο
Πολυβυζού
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Πολύμι
Μικρό πέτρινο πηγαδάκι/δεξαμενή όπου μάζευαν τον μούστο · εκεί μάζευαν τον μούστο (μικρό πέτρινο πηγαδάκι)
Πορτοσιά
είσοδος
Πουζού
τσέπη
Πούλια
Τα γραμματόσημα · τα γραμματόσημα
Πουντί
εξώστης
Πουτί
Το γυναικείο αιδοίο · το γυναικείο αιδοίο
Προπέρνω
αρχίζω πρώτος
Πυξάρι
κλαδιά σκίνου που φυτεύουμε
Ραδίκα
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Pεγκλότα
δαμάσκηνο
Pεμπαγό
ξύλινος χειραγωγός σε κάγκελα
Σακκελίζω
στραγγίζω
Σαλαγιάζω
ησυχάζω
Σιαδώθε
Προς τα πάνω / προς τα κάτω / προς τα πέρα / προς τα εδώ · από δω
Σιακάτω
Προς τα πάνω / προς τα κάτω / προς τα πέρα / προς τα εδώ · από κάτω
Σιαπάνω
Προς τα πάνω / προς τα κάτω / προς τα πέρα / προς τα εδώ · από πάνω
Σιάπερα
Προς τα πάνω / προς τα κάτω / προς τα πέρα / προς τα εδώ · από πέρα
Σικλιά
κουβάδες
Σιταρίδα
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Σκαλότρυπο
τρύπα στον τοίχο
Σκέλια
Η λεκάνη / τα σκέλη · η λεκάνη
Σκοντοβολώ
βαδίζω σε δρόμους σκοτεινούς
Σκορπαλευράς
σπάταλος
Σκουλόπετρα
σαρανταποδαρούσα
Σκουρδουλιάζω
τρώγω με βουλιμία
Σουλουμάς
είδος καλλυντικού
Σπαθινάκι
αγριολούλουδο, υάκινθος
Σπαρτάρα μου
ψυχή μου
Σπασούρα
Μικρό πουλί, σουσουράδα · μικρόπουλο, σουσουράδα
Σπουρδώ
σπαράζω
Στακωμένο
δεμένο βιβλίο
Σταμένια
τζαμαρία
Στοκώνω
τρώγω πολύ
Στραβελιά
τρικλοποδιά
Σύγχριστος
λερωμένος
Συκοβάβουλο
Μπουμπούκια / το μικρό μπουμπούκι σύκου · —
Συχνωτεύω
συναναστρέφομαι
Σφαντό
Το φάντασμα · το φάντασμα
Tαμπουράς
μεγάλη κολοκύθα κίτρινου χρώματος
Tαντανίζω
ταρακουνώ
Tζιτζιλόμος
ιδιότροπος, ψηλομύτης
Tουρβάς
αγροτικό σακίδιο
Τραγιάσκα
Το ανδρικό καπέλο/κάσκασκαν · καπέλο
Tραμπούκα
πήλινο τουμπελέκι
Τραφίτης
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Tσάγρα
φάκα
Tσεπράδα
φακίδα του δέρματος
Tσιγκρώνω
ρυτιδώνω το πρόσωπό μου
Τσίκουδα μουρουνάτα
Είδος καρπών / μαστίχας · —
Τσικουρίδα
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων
Tσιρλιπιτό
η διάρροια
Tσίτος
χιώτικο παιχνίδι με κέρματα
Tσιτώ
αναπηδώ
Tσούμπα
τσουλούφι
Tσουμπάρι
κορυφή
Tσουνεύγω
κλωτσώ
Φαντίνα
κορίτσι έτοιμο για παντρειά
Φηκιάζω
μεταφυτεύω
Φλισκάρι
ποιότητα μαστίχας
Φουντάνα
δεξαμενή για βρόχινο νερό · (χρησιμοποιείται και στην Κύπρο)
Φροκαλιά
Σκουπίζω / η σκούπα · σκούπα
Φροκαλίζω
Σκουπίζω / η σκούπα · σκουπίζω με τη σκούπα (φροκαλιά)
Φταρμίζω
ματιάζω
Χοιροβοτανίδες
Ονόματα βρώσιμων άγριων χόρτων της Χιακής υπαίθρου · —
Χολοπερεχύθηκα
κατατρόμαξα
Ψαθούρι (το)
οι δίπλες, το γλυκό
Ωχωνούς
γρήγορα / αμέσως · γρήγορα
Δεν βρέθηκαν λήμματα που να ταιριάζουν στην αναζήτηση.